Το υδραυλικό αυτόματο των «φθεγγομένων ορνέων»
και της «επιστραφείσης γλαυκός» (3ος αι. π.Χ.)

Πρόκειται για μια επινόηση του Φίλωνος του Βυζαντίου (βελτιωμένη από τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα) που αναπαριστούσε πουλιά να κελαηδούν όταν μια κουκουβάγια τα αποστρεφόταν και να σιωπούν φοβισμένα όταν γυρνούσε προς το μέρος τους. Το θέμα αυτόματα επαναλαμβανόταν συνεχώς.

Για τη λειτουργία του αυτομάτου το νερό μιας πηγής οδηγούνταν στο εσωτερικό του στεγανού ανώτερου δοχείου εξαναγκάζοντας τον εμπεριεχόμενο αέρα να εξέλθει από έναν αυλό. Επειδή ο αυλός κατέληγε σε νερό, το παλλόμενο ηχητικό μήκος του δημιουργούσε ένα κελάηδισμα με φθόγγους διαφορετικής συχνότητας. Στη συνέχεια, όταν η στάθμη του νερού ξεπερνούσε το καμπύλο σιφόνι του δοχείου, άδειαζε μέσα από αυτό προς το ενδιάμεσο δοχείο εκτρέποντας ένα ζυγό προς το μέρος του. Έτσι εξαναγκαζόταν σε περιστροφή ο ενσωματωμένος άξονας στήριξης της κουκουβάγιας ώστε αυτή να στραφεί προς τα πουλιά που πλέον δεν φθέγγονταν. Όταν η στάθμη του νερού ξεπερνούσε το αξονικό σιφόνιο του ενδιάμεσου δοχείου, άδειαζε όλο το νερό μέσα από αυτό προς το κατώτερο δοχείο. Τότε ο ζυγός εκτρεπόταν προς το μέρος του αντίβαρου και η κουκουβάγια αποστρεφόταν τα πουλιά που πλέον άρχιζαν και πάλι να κελαηδούν.

 


 

ΠΗΓΗ: «Ήρων ο Αλεξανδρεύς, Πνευματικά, Α 16», «Φίλων ο Βυζάντιος, Πνευματικά, 61»

Category
ΑΥΤΟΜΑΤΑ